Στην Ελλάδα, στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας η ενεργειακή κατανάλωση αυξάνεται με υψηλούς ρυθμούς ιδιαίτερα στον κτιριακό τομέα και στις μεταφορές. Οι παραγωγικές διαδικασίες εξακολουθούν να είναι ενεργειακά σπάταλες, δηλαδή δεν έχουν υιοθετηθεί επαρκείς πρακτικές εξοικονόμησης ενέργειας. Παράλληλα, εμφανίζεται σε πολύ χαμηλές θέσεις και κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο όσον αφορά τις εκπομπές ρύπων του «φαινομένου του θερμοκηπίου» και κυρίως του διοξειδίου του άνθρακα, ως αποτέλεσμα της χρήσης ορυκτών καυσίμων στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο κλάδος των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στην Ελλάδα έχει επιδείξει ισχυρές επιδόσεις τα τελευταία χρόνια, και θεωρείται ένας από τους πιο ελκυστικούς κλάδους για επενδύσεις. Διαδραματίζει έναν όλο και πιο σημαντικό ρόλο, σε ότι αφορά την ικανοποίηση των ενεργειακών μας αναγκών, οι οποίες σήμερα είναι εξαρτημένες, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πόλους ανάπτυξης του κλάδου, με τους τομείς της αιολικής κυρίως και ηλιακής ενέργειας να κατέχουν πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Δύο ήταν οι κρίσιμοι παράγοντες στην αναβίωση του ενδιαφέροντος για τις ΑΠΕ, ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Ο πρώτος ήταν το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας. Οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις, του 1973 και του 1979-80, οδήγησαν τις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες να αναθεωρήσουν την απόλυτη εξάρτηση τους από τα ορυκτά καύσιμα, και ιδιαίτερα το πετρέλαιο. Το δεύτερο στοιχείο που οδήγησε στην ολική επαναφορά των ΑΠΕ είναι, φυσικά, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, το οποίο, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, έχει αναχθεί σε κορυφαία προτεραιότητα της διεθνούς κοινότητας. Ο ενεργειακός τομέας είναι ο κύριος υπεύθυνος για τη ρύπανση του περιβάλλοντος, καθώς σχεδόν το 95% της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που οδηγεί στην υπερθέρμανση του πλανήτη οφείλεται στην παραγωγή, το μετασχηματισμό και τη χρήση των συμβατικών καυσίμων. Τα βασικά πλεονεκτήματα της χρήσης ΑΠΕ είναι τα εξής:
Η ανάπτυξη της αγοράς Α.Π.Ε. στην Ελλάδα, έχει ακολουθήσει κατά την τελευταία εικοσαετία μια σταθερά ανοδική πορεία αλλά υπολείπεται ακόμα σημαντικά από την αποτελεσματική αξιοποίηση του διαθέσιμου δυναμικού. Η ανάπτυξη των ΑΠΕ κατά την περίοδο αυτή έγινε, σχεδόν αποκλειστικά, με πρωτοβουλία ανεξάρτητων παραγωγών, οι οποίοι αξιοποίησαν με επιτυχία το σύστημα εγγυημένων τιμών και τις επιχορηγήσεις κεφαλαίου που θεσμοθέτησε η Πολιτεία ως οικονομικά κίνητρα για την ανάπτυξη του τομέα στη χώρα. Σημαντικούς ανασταλτικούς παράγοντες στην προσπάθεια ανάπτυξης των Α.Π.Ε. αποτέλεσαν οι πολύπλοκες αδειοδοτικές διαδικασίες, η κατάσταση και ο σχεδιασμός ανάπτυξης των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και η έλλειψη σχετικού χωροταξικού πλαισίου. Παρ’ όλες τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την εξάλειψη ή τον περιορισμό τους, οι παράγοντες αυτοί εξακολουθούν να επιδρούν αρνητικά στην προσπάθεια της ευρείας αξιοποίησης του εθνικού ανανεώσιμου δυναμικού. Έτσι η αγορά απέχει ακόμα από το να χαρακτηρισθεί αναπτυγμένη ή ώριμη.
Η VisionTask στα πλαίσια της διείσδυσης των εφαρμογών βιώσιμης και αειφόρου ανάπτυξης, δημιούργησε το τμήμα των ΑΠΕ, με σκοπό τη μελέτη, έρευνα και ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στη χώρα μας, δίνοντας έμφαση, κυρίως στα φωτοβολταϊκά συστήματα.